· Tips
· Tutorials
· Security Pc
· Bios
· Σκληρός δίσκος
· Λειτουργικά mini tips
· Email

Photoshop Tutorials
Θα βρείτε βοηθήματα, παραδείγματα, tips όλα στην ελληνική γλώσσα









 
ΣΚΛΗΡΟΣ ΔΙΣΚΟΣ














































Φορμάρισμα του δίσκου

Αν στο δίσκο σας έχουν μαζευτεί πολλά αρχεία και προγράμματα, τα οποία είναι δύσκολο να ξεχωρίσετε και αν σας παρουσιάζονται διάφορα προβλήματα με τη χρήση των προγραμμάτων όπως, για παράδειγμα, διάφορα "κολλήματα" του λειτουργικού συστήματος, τότε ίσως θα πρέπει να σβήσετε όλο το δίσκο και να ανανεώσετε τη λογική δομή του. Η εν λόγω διαδικασία είναι γνωστή ως φορμάρισμα του δίσκου. Υπάρχουν δύο είδη φορμαρίσματος ενός δίσκου: το χαμηλού επιπέδου (Low Level) και το λογικό. Το Low level πραγματοποιείται από τον κατασκευαστή του δίσκου και συνήθως ο χρήστης δεν μπορεί να επέμβει σε αυτό. Ορισμένα BIOS έχουν τη δυνατότητα Low Level Format.

Ο χρήστης πραγματοποιεί συνήθως το λογικό φορμάρισμα, το οποίο ελέγχει την επιφάνεια του δίσκου, τη διαμοιράζει σε τομείς (sectors) και ίχνη (tracks) και δημιουργεί το FAT. Το FAT αποτελεί ένα ευρετήριο για το τι υπάρχει πάνω στο δίσκο καθώς και το πού υπάρχει αυτό. Πριν από το φορμάρισμα, θα πρέπει να αντιγράψετε σε δισκέτες ή άλλο εξωτερικό μέσο αποθήκευσης όλα τα δεδομένα που θεωρείτε απαραίτητα, καθώς και να συλλέξετε όλες τις δισκέτες και τα CDs των προγραμμάτων που θα εγκαταστήσετε από την αρχή. Υπολογίστε ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι δύσκολη, αλλά απαιτεί αρκετό χρόνο.

Το φορμάρισμα γίνεται από το επίπεδο του DOS. Θα πρέπει, λοιπόν, να ξεκινήσετε τον υπολογιστή σας με τις δισκέτες του DOS και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσετε την εντολή format c:, όπου c: το λογικό όνομα του δίσκου. Αν χρησιμοποιήσετε την εντολή με τη μορφή format/q c:, επιτυγχάνετε ένα "γρήγορο φορμάρισμα". Σε αυτή την περίπτωση φορμάρεται μόνο το FAT του δίσκου, δηλαδή ανανεώνεται μόνο το ευρετήριό του χωρίς να ελεγχθεί η επιφάνειά του. Με το πλήρες φορμάρισμα ελέγχεται όλη η επιφάνεια του δίσκου και πάνω σε όλα τα δεδομένα του γράφονται μηδενικά. Φυσικά, και στη συγκεκριμένη περίπτωση δημιουργείται ένα καινούριο FAT.

Φορμάρισμα Η εργασία σας δεν τελειώνει με το φορμάρισμα του δίσκου. Θα πρέπει στη συνέχεια να χωρίσετε (αν το επιθυμείτε) λογικά το δίσκο σας σε τμήματα (partitions) και να ορίσετε τα τμήματα αυτά ώστε να τα αναγνωρίζει το λειτουργικό σύστημα. Η εν λόγω διαδικασία γίνεται με την εντολή fdisk. Η εντολή αυτή σας παρουσιάζει ένα menu, μέσω του οποίου θα πρέπει να ορίσετε ένα πρωτεύον DOS τμήμα. Το τμήμα αυτό θα περιέχει τα αρχεία εκκίνησης του λειτουργικού συστήματος και θα έχει το λογικό όνομα c:. Αν υπάρχει ακόμα χώρος στο δίσκο, μπορείτε να ορίσετε ένα επεκτεταμένο τμήμα DOS (extended)και μέσα σε αυτό όσα λογικά τμήματα επιθυμείτε. Κάθε λογικό τμήμα θα έχει και διαφορετικό λογικό όνομα (d:, e: κ.λπ.).

Αν έχετε δημιουργήσει πολλά τμήματα, τότε θα πρέπει να ορίσετε το πρωτεύον τμήμα ως ενεργό (active), προκειμένου να αναγνωριστεί από το λειτουργικό σύστημα ως το τμήμα εκείνο που θα χρησιμοποιείται για την εκκίνηση του υπολογιστή.

Αν έχετε και δεύτερο δίσκο στο σύστημά σας, τότε μπορείτε να ορίσετε τη συνολική χωρητικότητά του ως επεκτεταμένο τμήμα και στη συνέχεια να τον χωρίσετε σε λογικά τμήματα.

Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι οι τελευταίες εκδόσεις του DOS παρέχουν τη δυνατότητα επιστροφής του δίσκου στην προηγούμενη, πριν από το φορμάρισμά του, κατάσταση με την εντολή unformat.

Αν αποφασίσετε να αλλάξετε το μέγεθος των τμημάτων ενός δίσκου, τούτο συνεπάγεται την απώλεια όλων των δεδομένων που περιέχει. Υπάρχουν όμως ορισμένα βοηθητικά προγράμματα που μπορούν να τροποποιήσουν το μέγεθος των τμημάτων χωρίς να χαθούν τα περιεχόμενά τους. Δύο από τα πλέον γνωστά είναι το Partition-it (www.quarterdeck.com) και το PartitionMagic (www.powerquest.com).



Απόδοσή εξοικονόμηση οργάνωση

Ο σκληρός δίσκος είναι ο χώρος όπου αποθηκεύετε τα προγράμματα που χρησιμοποιείτε και τα δεδομένα σας. Οι ανάγκες σε αποθηκευτικό χώρο αυξάνονται ραγδαία, με αποτέλεσμα σπάνια ένας δίσκος να επαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Προτού αποφασίσετε την αγορά ενός μεγαλύτερου ή ενός δεύτερου δίσκου, προσπαθήστε να εκμεταλλευθείτε όλες τις δυνατότητες που σας προσφέρει αυτός που ήδη έχετε.

Οι συμβουλές που παραθέτουμε στη συνέχεια θα σας βοηθήσουν να βελτιστοποιήσετε το δίσκο σας σε τρία βασικά σημεία: σε ό,τι αφορά την απόδοσή του, την εξοικονόμηση χώρου αποθήκευσης και την οργάνωση των αρχείων. Ταυτόχρονα θα αναφέρουμε μερικά από τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων δίσκων, τα οποία πρέπει να γνωρίζετε.

IDE, EIDE και Fast-ATA-2

Ολοι οι σύγχρονοι δίσκοι για τα PCs, εξαιρουμένων των SCSI που στηρίζονται σε διαφορετική τεχνολογία, αναφέρονται ως EIDE. Οι δίσκοι EIDE (Enhanced Intergrated Drive Electronic) αποτελούν μια εξέλιξη των IDE και προσφέρουν, σε συνεργασία με τον αντίστοιχο ελεγκτή (controller), αυξημένο ρυθμό μεταγωγής δεδομένων. Ετσι, ενώ ένας δίσκος IDE επιτυγχάνει 3,3ΜΒ/s, οι δίσκοι EIDE μπορούν θεωρητικά να φθάσουν τα 16,7ΜΒ/s σε κατάσταση λειτουργίας PIO Mode 4. Η εταιρία κατασκευής δίσκων Seagate ονομάζει τα προϊόντα της που ακολουθούν το πρότυπο EIDE Fast-ATA-2. Σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, δεν υπάρχουν διαφορές και οι δίσκοι αυτοί μπορούν να συνεργαστούν αρμονικά με EIDE άλλων κατασκευαστών. Οι δίσκοι EIDE αναφέρονται και ως ATA-2, σύμφωνα με τον Αμερικανικό Οργανισμό Τυποποίησης (ANSI).

Αποκερματισμός αρχείων με Defrag

Το σύστημα διαχείρισης των αρχείων του DOS και των Windows τοποθετεί τα αρχεία πάνω στο δίσκο, αρχίζοντας από την πρώτη ελεύθερη θέση που θα συναντήσει. Αν όμως η θέση αυτή προέρχεται από τη διαγραφή ενός μικρού αρχείου, μπορεί να μην επαρκεί, οπότε το αρχείο διασπάται σε δύο ή περισσότερα τμήματα. Οταν υπάρχουν πολλά αρχεία ευρισκόμενα σε αυτήν την κατάσταση, οι επιδόσεις του δίσκου μειώνονται, αφού απαιτείται αρκετός χρόνος για την εύρεση των θέσεων στις οποίες έχει αποθηκευτεί το αρχείο (clusters). Επίσης, η μεταφορά των δεδομένων από διαφορετικές, μη συνεχόμενες, θέσεις του δίσκου προκαλεί σημαντική καθυστέρηση.

Το εν λόγω πρόβλημα επιδεινώνουν οι διαγραφές αρχείων που αφήνουν κενές περιοχές ανάμεσα στα δεδομένα άλλων αρχείων. Με τον αποκερματισμό (defragmentation) του δίσκου, λύνεται το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ο αποκερματισμός τοποθετεί κάθε αρχείο σε συνεχόμενες θέσεις και μεταφέρει τα κενά διαστήματα που υπάρχουν στο τέλος των αρχείων, ώστε ο ελεύθερος χώρος να είναι συνεχόμενος.

Προσοχή! Πριν από από τον αποκερματισμό ενός δίσκου, καλό θα είναι να διαγράψετε όλα τα αρχεία που δεν σας χρειάζονται και είχατε σκοπό να τα απομακρύνετε, γιατί οι διαγραφές πάντα αφήνουν κενές περιοχές ανάμεσα στα αρχεία.

Κάτω από το DOS ή τα Windows 3.xx υπάρχει το πρόγραμμα Defrag. Exe, το οποίο μπορείτε να καλέσετε με τη μορφή: defrag /eg- c: Οι παράμετροι eg εξασφαλίζουν την τοποθέτηση των μεγάλων αρχείων στην εξωτερική πλευρά του δίσκου και έτσι επιτυγχάνετε μεγαλύτερη ταχύτητα στην εκτέλεσή τους. Το c: αναφέρεται στο δίσκο που θέλετε να αποκερματίσετε.
Κάτω από τα Windows 95 μπορείτε να εκτελέσετε το ίδιο πρόγραμμα από ένα παράθυρο DΟS. Η κλήση του θα εμφανίσει το παράθυρο Disk Defragmenter. Φυσικά, μπορείτε πάντα να καλέσετε το Disk Defragmenter και από το menu Start - Programs - Accessories - System Tools.



Cache

Η μνήμη cache για τα προγράμματα χρησιμοποιεί ένα μέρος της κεντρικής μνήμης για την αποθήκευση δεδομένων, τα οποία είναι πιθανόν να ζητήσει ο επεξεργαστής. Συνήθως, όταν ο επεξεργαστής ζητήσει κάποια δεδομένα από ένα αρχείο, στη μνήμη cache μεταφέρονται και αρκετά άλλα "κοντινά", τα οποία στατιστικά έχει υπολογιστεί ότι θα χρειαστούν στην επόμενη φάση της λειτουργίας του. Με τον τρόπο αυτό ο επεξεργαστής τροφοδοτείται πολύ γρήγορα και δεν παραμένει σε αδράνεια περιμένοντας τα δεδομένα από το δίσκο. Το πρόγραμμα που δημιουργεί μια τέτοια μνήμη είναι για το περιβάλλον DOS και Windows 3.xx το πολύ γνωστό Smartdrive.Exe. Επίσης, για τα Windows 3.11 χρησιμοποιείται το Vcache.386, ενώ μια εξέλιξή του, το Vcache.Vxd, χρησιμοποιείται από τα Windows 95. Το Vcache.Vxd δεν είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο, αλλά όπως όλοι οι εικονικοί οδηγοί (virtual driver) αποτελεί τμήμα του Win386.exe. Επίσης, οι εικονικοί οδηγοί δεν αποτελούν πλέον τμήμα του System.ini αλλά έχουν τοποθετηθεί στο registry των Windows.

Οι χρήστες δεν χρειάζεται να ανησυχούν για την ύπαρξη cache, καθώς δεν είναι εύκολο να επέμβουν κατά λάθος σε αυτήν. Αν χρησιμοποιείτε τα Windows 95 αλλά έχετε μόνο 8ΜΒ μνήμης, τότε μέσω των διαδοχικών επιλογών Control Panel - System - System Properties επιλέξτε το "φύλλο" Performance και από εκεί την επιλογή File Systems. Στο παράθυρο File system properties μπορείτε να καθορίσετε λιγότερη μνήμη read Ahead από τη μέγιστη των 64ΚΒ που χρησιμοποιούν εξ ορισμού τα Windows.

Στο ίδιο παράθυρο αλλά στο "φύλλο" CD-ROM μπορείτε να επιλέξετε το μέγεθος της μνήμης cache που θα χρησιμοποιεί το CD-ROM. Αν έχετε μνήμη άνω των 16ΜΒ, μπορείτε να επιλέξετε το μέγιστο μέγεθος που είναι 1.238ΚΒ.

Τα Windows δεν χρησιμοποιούν το Smartdrive, η δε εμφάνισή του μέσα στο Autoexec.bat δεν έχει καμία σημασία. Το πρόγραμμα Vcache που διαθέτουν τα Windows 95 είναι πολύ καλύτερο από το αντίστοιχο των Windows 3.11 και εργάζεται ακόμα και όταν δεν έχει ενεργοποιηθεί η πρόσβαση στο δίσκο με 32-bit. Μπορείτε να καταλάβετε ότι η πρόσβαση στο δίσκο γίνεται με 16-bit, αν μέσω των επιλογών Control Panel - System εμφανίσετε το παράθυρο System Properties και στο μέσον του "φύλλου" Performance διαβάσετε μια πρόταση του τύπου "Drive C: using MS-DOS compatibility mode file system". Το πρόβλημα αυτό εμφανίζεται γιατί συνήθως μέσα στο Config.sys υπάρχει κάποιος οδηγός (driver) που δεν μπορούν να εντοπίσουν τα Windows και για λόγους συμβατότητας ελαττώνουν την πρόσβαση στα 16-bit.

Swap File 

Είναι γνωστό ότι τα σύγχρονα προγράμματα απαιτούν κατά την εκτέλεσή τους την ύπαρξη μεγάλου χώρου στην κεντρική μνήμη. Τι γίνεται όμως αν η μνήμη που υπάρχει δεν επαρκεί για τις ανάγκες του προγράμματος; Στην περίπτωση αυτή αναλαμβάνει το λειτουργικό σύστημα να δεσμεύσει ελεύθερο χώρο στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή και να τον χρησιμοποιήσει ως επιπρόσθετη μνήμη. Στο χώρο αυτόν μεταφέρει τμήματα της κεντρικής μνήμης που δεν χρησιμοποιούνται άμεσα και έτσι υπάρχει μια διαρκής ανταλλαγή (swapping) δεδομένων μεταξύ αυτού και της κεντρικής μνήμης. Ο ελεύθερος χώρος του δίσκου ονομάζεται swap file.

Ακόμα και αν έχετε αρκετή κεντρική μνήμη, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα swap file, ιδιαίτερα αν χρησιμοποιείτε παράθυρα DOS. Μέσα στα Windows 95 μπορείτε να ορίσετε ένα σταθερού μεγέθους swap file ή να αφήσετε τα Windows να καθορίζουν δυναμικά το μέγεθός του ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ο ορισμός του μεγέθους του swap file γίνεται μέσω των επιλογών Control Panel - System - Performance Virtual memory.

Μέσα στο δίσκο συνήθως υπάρχει ένα πλήθος προσωρινών αρχείων, τα οποία δημιουργούν οι διάφορες παραθυρικές εφαρμογές. Τα εν λόγω αρχεία συνήθως έχουν στα ονόματά τους τις καταλήξεις .tmp, .sik, .bak. Μπορείτε να αναζητήσετε και να διαγράψετε αυτά τα αρχεία με τον ακόλουθο τρόπο. Μέσα από το κεντρικό menu του Start επιλέξτε Find και στο πεδίο Named δώστε ως όνομα τα *.tmp, *.sik , ενώ στο πεδίο Look In γράψτε όλους τους δίσκους που διαθέτετε, παραδείγματος χάριν, C:, D:. Ως χαρακτήρα διαχωρισμού μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το κόμμα ή έναν κενό χαρακτήρα. Τελικά, "πατήστε" την επιλογή Find Now. Αν δεν έχετε επαναλάβει αυτήν τη διαδικασία θα εκπλαγείτε από τον αριθμό των αρχείων που θα βρεθούν. Επιλέξτε όλα τα αρχεία αυτά μέσα από το menu Edit με την επιλογή Select All και στη συνέχεια διαγράψτε τα επιλέγοντας την εντολή delete μέσα από το menu File.

Μην κάνετε πλήρεις εγκαταστάσεις 

Σχεδόν όλα τα μεγάλα προγράμματα λογισμικού κατά την εγκατάστασή τους σας παρέχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ μιας "Τυπικής" εγκατάστασης και μιας "Custom", όπου θα επιλέξετε εσείς τι θα εγκατασταθεί. Η τυπική εγκατάσταση είναι σίγουρα η πιο εύκολη και είναι σίγουρο ότι θα εγκαταστήσει τα πλέον βασικά συστατικά του πακέτου εφαρμογών που έχετε αγοράσει. Παρ' όλα αυτά, σας προτείνουμε να επιλέγετε πάντοτε την εγκατάσταση Custom, καθώς αφ' ενός μεν θα γνωρίσετε τα συστατικά που περιέχει το πρόγραμμα που αγοράσατε, αφ' ετέρου δε εξοικονομείτε αρκετό χώρο αποφεύγοντας την εγκατάσταση προγραμμάτων και αρχείων που δεν σας χρειάζονται. Τέτοια αρχεία είναι ενδεχομένως clip art και εικόνες (που καταλαμβάνουν συνήθως πολλά Mbytes), on-line μαθήματα (που σας είναι άχρηστα αν γνωρίζετε ήδη καλά τη λειτουργία του προγράμματος) ή διάφορα περιφερειακά προγράμματα τα οποία δεν προτίθεστε να χρησιμοποιήσετε. Αν κάποια στιγμή τα χρειαστείτε, μπορείτε να τα εγκαταστήσετε.

Απεγκατάσταση εφαρμογών  Κάθε χρήστης θα βρεθεί στην κατάσταση να διαγράψει ένα ή περισσότερα προγράμματα από αυτά που υπάρχουν στο δίσκο είτε γιατί δεν τα χρησιμοποιεί πλέον είτε γιατί δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να εγκαταστήσει τα καινούρια.

Στο DOS είναι πολύ εύκολη η διαδικασία διαγραφής των προγραμμάτων που δεν χρησιμοποιούνται. Αν το πρόγραμμα έχει τοποθετηθεί σε έναν δικό του κατάλογο (directory), μπορείτε να το διαγράψετε μαζί με τον κατάλογο που το περιέχει, επιλέγοντας από αυτόν την εντολή deltree "όνομα καταλόγου". Αν έχετε πολλά προγράμματα ανακατεμένα στον ίδιο κατάλογο, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσετε το πρόγραμμα από την ονομασία του και αν αυτό δεν είναι δυνατό, ακολουθείτε την τακτική "βλέποντας και κάνοντας". Σύμφωνα με αυτήν δημιουργείτε προσωρινούς υποκαταλόγους και μεταφέρετε εκεί τα αρχεία που υποψιάζεστε ότι ανήκουν σε κάθε πρόγραμμα χωριστά.

Στη συνέχεια, προσπαθείτε να τα εκτελέσετε εκεί. Αν τα αρχεία που έχετε μεταφέρει δεν επαρκούν, το πρόγραμμα θα εμφανίσει μήνυμα λάθους και θα σας υποδείξει το αρχείο που λείπει. Από τα προαναφερόμενα, λοιπόν, καθίσταται αντιληπτό ότι είναι προτιμότερο να εγκαθιστάτε τα προγράμματα σε ξεχωριστούς καταλόγους. Στα Windows τα πράγματα είναι χειρότερα. Οταν εγκαθιστάτε κάποιο πρόγραμμα σε έναν κατάλογο, αυτό δημιουργεί αρκετά ακόμη αρχεία σε διάφορους άλλους καταλόγους των Windows. Τέτοια αρχεία είναι, για παράδειγμα, τα DLL, τα οποία τοποθετούνται στον υποκατάλογο System των Windows.

Τα νέα προγράμματα δεν αρκούνται μόνο στη διασπορά αρχείων, αλλά ενημερώνουν και ορισμένα αρχεία των Windows για την ύπαρξή τους (win.ini, registry κ.λπ.), με αποτέλεσμα ακόμα και αν διαγράψετε τον κατάλογο με το κύριο πρόγραμμα, θα παραμείνουν οι εγγραφές του καθώς και πολλά από τα αρχεία που έχει δημιουργήσει. Τα αρχεία αυτά απλώς γεμίζουν τους καταλόγους αλλά οι εγγραφές που έχουν γίνει είναι πολύ πιθανόν να σας προκαλέσουν πολλά προβλήματα.

Για να δοθεί λύση, τα Windows 95 διαθέτουν μια λειτουργία απεγκατάστασης προγραμμάτων, η οποία διαγράφει όλα τα σχετιζόμενα με αυτά αρχεία καθώς και τις αναφορές σε αυτά μέσα από τα Windows. Τη λειτουργία αυτή μπορείτε να καλέσετε με την επιλογή Add/Remove Programms μέσα από τo Control Panel. Μέσα στο παράθυρο του "φύλλου" Install/Unistall εμφανίζονται όλα τα προγράμματα που μπορείτε να απεγκαταστήσετε με ασφάλεια. Το πρόβλημα είναι ότι εκεί υπάρχουν μόνο οι νεότερες εφαρμογές, οι οποίες συνήθως περιέχουν ένα αρχείο Unistall.Inf που χρησιμοποιούν τα Windows για να τις απεγκαταστήσουν. Κάποιες άλλες εφαρμογές διαθέτουν δικό τους αρχείο απεγκατάστασης (Unistall.Exe).

Επειδή όμως δεν είναι όλες οι εφαρμογές κατάλληλα εξοπλισμένες για να απεγκατασταθούν χωρίς να αφήνουν στο σύστημά σας σκουπίδια, στο εμπόριο κυκλοφορούν πολλά βοηθητικά προγράμματα που αναλαμβάνουν να "καθαρίσουν" τα Windows από αυτές. Τέτοια προγράμματα σε μορφή shareware έχουμε περιλάβει κατά καιρούς στο CD-ROM του "Computer Για Ολους". Ενα πρόγραμμα αυτής της κατηγορίας, μόλις εγκατασταθεί, καταγράφει την κατάσταση του συστήματός σας και στη συνέχεια, για κάθε νέα εφαρμογή που εγκαθιστάτε, καταγράφει τις μεταβολές. Οι πληροφορίες αυτές αποθηκεύονται, προκειμένου να αξιοποιηθούν κατά την απεγκατάσταση.

Ελεγχος του δίσκου

Οπως ήδη αναφέραμε, τα clusters που συνθέτουν ένα αρχείο μπορεί να είναι διασκορπισμένα σε διάφορες θέσεις πάνω στο δίσκο. Οι παραπομπές (ή "σύνδεσμοι") προς τα clusters που συνθέτουν το αρχείο φυλάσσονται στο FAT. Δεν είναι όμως σπάνιο το φαινόμενο μέσα σε μια σειρά παραπομπών προς τα clusters ενός αρχείου να υπάρχουν παραπομπές και σε clusters που ανήκουν σε κάποιο άλλο. Τα αρχεία αυτά θεωρούνται χαμένα και οι αντίστοιχοι σύνδεσμοι θα πρέπει να απομακρυνθούν. Ο έλεγχος των αρχείων και των καταλόγων γίνεται με την εντολή scandisk, την οποία μπορείτε να δώσετε είτε από το DOS είτε από το παράθυρο Run των Windows 95.

Περισσότερες τεχνικές λεπτομέρειες λειτουργίας της μπορείτε να καθορίσετε μέσω του "πλήκτρου" Advanced. Καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνετε με το βοηθητικό πρόγραμμα Norton DiskDoctor (Nnd.Exe). Τα προγράμματα αυτά καλό είναι να τα χρησιμοποιείτε μια με δύο φορές το μήνα για το "καθάρισμα" του δίσκου σας.

Συμπιέστε τα αρχεία που δεν χρησιμοποιείτε Στο δίσκο σας είναι σίγουρο ότι υπάρχουν προγράμματα τα οποία χρησιμοποιείτε σπάνια (π.χ. παιχνίδια) αλλά παρ' όλα αυτά θέλετε να υπάρχουν σε αυτόν. Μια καλή λύση για να μην καταλαμβάνουν το χώρο του δίσκου σας είναι να τα διατηρείτε σε συμπιεσμένη μορφή. Για παράδειγμα, αν θέλετε να συμπιέσετε το παιχνίδι Dοοm με τη χρήση του προγράμματος arj, θα πρέπει μέσα από το DOS ή ένα παράθυρό του να μεταβείτε στον κατάλογο που περιέχει το Doom και να χρησιμοποιήσετε την εντολή arj a doom. Αποτέλεσμα θα είναι η τοποθέτηση όλων των αρχείων του καταλόγου σε συμπιεσμένη μορφή σε ένα αρχείο με την ονομασία doom.arj.

Στη συνέχεια, μπορείτε να διαγράψετε όλα τα άλλα αρχεία του καταλόγου. Προκειμένου να αποσυμπιέσετε ξανά τα αρχεία, χρησιμοποιήστε την εντολή είναι arj e doom. Μια ακόμα καλύτερη λύση είναι να δημιουργήσετε έναν ειδικό κατάλογο όπου θα αποθηκεύετε όλα τα συμπιεσμένα αρχεία σας και όπου θα τα αποσυμπιέζετε όταν τα χρειάζεστε. Την ίδια λειτουργία μπορείτε να εκτελέσετε μέσα από τα Windows με χρήση του προγράμματος συμπίεσης winzip.

Οργάνωση καταλόγων

Το πόσο γρήγορα θα βρίσκετε κάτι στο δίσκο σας δεν εξαρτάται μόνο από την ταχύτητά του αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο έχετε οργανώσει τους καταλόγους σε αυτόν, καθώς η καλή οργάνωση καταλόγων εξοικονομεί πολύ χρόνο. Η δομή που θα κατασκευάσετε πρέπει να προσφέρει διαφάνεια και να είναι λογική.

Στον αρχικό κατάλογο C: πρέπει να υπάρχουν μόνο τα αρχεία που χρειάζεται το σύστημα για την εκκίνησή του (όπως τα autoexec.bat, config.sys κ.λ.π) και τίποτε άλλο. Τα Windows 95 χρησιμοποιούν τον κατάλογο αυτόν για την αποθήκευση διάφορων απαραίτητων αρχείων, τα οποία όμως δεν πρέπει να διαγράψετε. Απλώς μην προσθέσετε ποτέ δικά σας αρχεία σε αυτόν. Οι κατάλογοι που θα δημιουργήσετε πρέπει να έχουν ονόματα σχετικά με το περιεχόμενό τους. Στο "εσωτερικό" κάθε καταλόγου θα πρέπει να αποθηκεύετε μόνο τα προγράμματα και τα δεδομένα στα οποία παραπέμπει το όνομά του.

Ο αυστηρός διαχωρισμός των προγραμμάτων δεν συμβάλλει μόνο στη διαφάνεια της δομής, αλλά και στην ασφάλεια όταν θελήσετε να διαγράψετε ή να μεταφέρετε δεδομένα. Οργανώστε λογικά τους καταλόγους σας σε μια δομή που να θυμίζει ανεστραμμένο δέντρο. Στο αρχικό κατάλογο C: μπορείτε να δημιουργήσετε, για παράδειγμα, μόνο τους καταλόγους DΟS, Windows, Applications, Data, Tools, Online, Games και μέσα σε καθέναν από αυτούς τους κατάλληλους υποκαταλόγους. Για παράδειγμα, στον κατάλογο DOS μπορείτε να έχετε τους υποκαταλόγους Dos622, Programs και εντός του Programs (σε ξεχωριστούς καταλόγους) να τοποθετήσετε όλα τα προγράμματα του DΟS που ακόμα χρησιμοποιείτε.

Σε κάθε νέα εγκατάσταση προγράμματος μη δέχεστε αμέσως τους καταλόγους που προτείνει το πρόγραμμα για την εγκατάστασή του, αλλά προσαρμόστε τους στη δομή που έχετε δημιουργήσει.

Δημιουργήστε τον προσωπικό κατάλογό σας

Αν δημιουργείτε συχνά δικά σας έγγραφα, τότε καλό είναι να έχετε έναν δικό σας κατάλογο όπου θα τα αποθηκεύετε. Τα πακέτα γραφείου Microsoft Office δημιουργούν έναν τέτοιο κατάλογο με την ονομασία My Documents (Τα Εγγραφά μου) όπου αποθηκεύουν τα έγγραφα που δημιουργείτε. Αν το όνομα αυτό δεν σας αρέσει, μπορείτε να το αλλάξετε, αφού οι εφαρμογές του Office θα εξακολουθήσουν να αποθηκεύουν τα έγγραφά σας στον ίδιο κατάλογο. Αν τα έγγραφα που παράγετε απευθύνονται σε διαφορετικούς παραλήπτες (π.χ. πελάτες), τότε μπορείτε να δημιουργήσετε υποκαταλόγους με το όνομα κάθε παραλήπτη και να αποθηκεύετε εκεί τα έγγραφα που τον αφορούν.

Ενημερώστε τις εφαρμογές

Μέσα από τα Windows μπορείτε να ενημερώσετε τις εφαρμογές σας αναφορικά με τον κατάλογο (φάκελο) που θα χρησιμοποιούν για την αποθήκευση των αρχείων που παράγουν. Για να το επιτύχετε, αναζητήστε τη συντόμευση (Shortcut) του προγράμματος, επιλέξτε την και πατήστε το δεξί πλήκτρο του ποντικού. Επιλέξτε Properties, καλέστε το φύλλο "Shortcuts" και στο πεδίο "Start in" εισάγετε την πλήρη διεύθυνση (path) του φακέλου που θα χρησιμοποιείτε για την αποθήκευση των εγγράφων.

Αν η προαναφερόμενη διαδικασία δεν λειτουργήσει, τότε θα πρέπει να αναζητήσετε μέσα από το ίδιο το πρόγραμμα επιλογές που να σας επιτρέπουν να κάνετε τη δήλωση του επιθυμητού καταλόγου. Για παράδειγμα, πολλά προγράμματα έχουν ένα "User Setup" μέσω του οποίου έχετε τη δυνατότητα να τα προσαρμόσετε στη δική σας οργάνωση.

Συμβουλή: Δημιουργήστε μια συντόμευση (Shortcut) για το φάκελο των δεδομένων σας, η οποία θα σας βοηθήσει στην εύκολη αναζήτηση και αποθήκευση των συχνά χρησιμοποιούμενων εγγράφων. Για να το επιτύχετε, καλέστε τον Explore (Start- Programms- Explore), αναζητήστε το φάκελο που θέλετε και μέσα από το menu Files επιλέξτε Create Shortcut. Στη συνέχεια, μεταφέρετε τη συντόμευση που δημιουργήθηκε σε μια ελεύθερη θέση στην επιφάνεια της οθόνης σας (desktop).

Web Browsers

Ολοι οι web browsers που χρησιμοποιούνται σήμερα, συμπεριλαμβανομένων του Netscape Navigator και του Internet Explorer σε όλες τις εκδόσεις τους, συμπεριλαμβάνουν μια λειτουργία που ονομάζεται caching. Αυτό σημαίνει πως χρησιμοποιούν κάποιο directory στο σκληρό δίσκο μας όπου αποθηκεύουν οτιδήποτε "κατεβάζετε" από το Internet, ούτως ώστε, αν ξανακαλέσετε την ίδια σελίδα, τα γραφικά να φορτωθούν από αυτό το directory (cache) αντί να μεταφερθούν πάλι μέσω του Δικτύου, κάτι που εξοικονομεί πολύ χρόνο και bandwidth. Αν όμως δεν έχετε προβλέψει να καθαρίζετε συχνά αυτά τα directories, κινδυνεύετε να καταλήξετε με πολλά MB στο σκληρό δίσκο σας.

Οι σχετικές ρυθμίσεις στον BCommunicator γίνονται επιλέγοντας Edit/Preferences/Advanced/Cache. Από εκεί μπορείτε να επιλέξετε το όνομα και την τοποθεσία του directory, όπου ο Communicator κρατά τα προσωρινά αρχεία του, καθώς και πόσο χώρο θα καταλαμβάνουν αυτά στο δίσκο σας. Για να καθαρίσετε την cache, κάνετε click στο button "Clear Disk Cache". By default, το directory που δημιουργεί ο Communicator για τα προσωρινά αρχεία βρίσκεται κάτω από το subdirectory Users/"user_name/cache, στο directory που έχετε εγκαταστήσει το πρόγραμμα.

Στον Internet Explorer οι αντίστοιχες ρυθμίσεις γίνονται επιλέγοντας View/Internet Options/General. Για να καθαρίσετε την cache, πηγαίνετε στο panel "Temporary Internet Files" και κάντε click στο button "Delete Files". Περαιτέρω ρυθμίσεις γίνονται από το button "Settings". Το εξ ορισμού directory που χρησιμοποιεί ο Explorer για την cache του ονομάζεται "Temporary Internet Files" και θα το βρείτε κάτω από το directory των Windows.




Προβλήματα σκληρών δίσκων

Μερικές φορές οι δυσλειτουργίες των σκληρών δίσκων δεν πρέπει να μας πανικοβάλουν. Απλά, σκεφτείτε λογικά και προχωρήστε στην επίλυσή τους με βάση τις οδηγίες .

Ποιο είναι το πλέον σοβαρό πρόβλημα που μπορεί να εμφανιστεί σε έναν υπολογιστή στη διάρκεια της λειτουργίας του; Μα φυσικά αυτό του σκληρού δίσκου. Η πλειοψηφία των ερασιτεχνων χρηστών δεν διαθέτει κάποια μονάδα εναλλακτικής αποθήκευσης, δηλαδή backup. Επομένως, αποκτάει ιδιαίτερη σημασία το πώς θα μπορέσει κανείς να ξεπεράσει ένα τέτοιο πρόβλημα που αν μη τι άλλο μπορεί να του κοστίσει μπόλικες ώρες ή και μέρες δουλειάς. Προβλήματα στους σκληρούς δίσκους υπάρχουν αρκετά. Μερικά από αυτά είναι εύκολο να ξεπεραστούν όπως για παράδειγμα λίγα bad sectors ή μία κακή σύνδεση του βύσματος τροφοδοσίας. Τι γίνεται όμως με περιπτώσεις που απειλουν την ομαλή λειτουργία ενός δίσκου και κατ' επέκταση τα πολύτιμα δεδομένα μας;

Ένας σκληρός δίσκος αποτελείται από μία συστοιχία από πλατώ συνήθως από αλουμίνιο ή και κεραμικό υλικό που μοιάζει με γυαλί. Η επιφάνεια κάθε πλατώ πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο λεία αφού εκεί απλώνεται το μαγνητικό υλικό. Και οι δύο πλευρές είναι στρωμένες με αυτό το υλικό που στο παρελθόν ήταν μία σύνθεση μαγνητικού οξειδίου αλλά σήμερα τη θέση του έχει πάρει μία επίστρωση μετάλου που καλείται thin-film medium.
Tα δεδομένα αποθηκεύονται σε μικρές ομάδες που αποτελούν φυσικά bit. Μία τετραγωνική ίντσα μπορεί να χωρέσει μέχρι και ένα δισεκατομμύριο bit. Για κάθε πλατώ υπάρχει μία κεφαλή ανάγνωσης/εγγραφής η οποία είναι προσαρτημένη σε ένα μηχανική βραχίονα. Όλοι οι βραχίονες είναι τοποθετημένοι σε έναν κοινό άξονα ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τα πλατώ. Όταν λειτουργεί ο υπολογιστής ο δίσκος βρίσκεται πάντα σε κίνηση.
Δηλαδή, τα πλατώ περιστρέφονται και σε περίπτωση ανάγνωσης ή εγγραφής η κεφαλή με τη βοήθεια του βραχίονα παίρνει θέση στην επιφάνεια του συγκεκριμένου πλατώ. Επειδή όλοι οι βραχίονες είναι συνδεδεμένοι σε έναν κοινό άξονα ενοείται πως και όλες οι κεφαλές κινούνται παράλληλα. Μάλιστα Δε, δεν είναι απαραίτητο η εγγραφή κάποιων δεδομένων να γίνεται μόνο σε ένα πλατώ. Τα δεδομένα μοιράζονται στα πλατώ ενός δίσκου και έτσι έχει νόημα η ταυτόχρονη κίνηση όλων των κεφαλών. Στην πράξη έχουμε μία αντιστοιχία με τα παλιά πικαπ. Η κίνηση της κεφαλής πάνω στο πλατώ γίνετα με τη βοήθεια μικροσκοπικών βηματικών μοτέρ εκπληκτικής ακρίβειας. Η εφαρμογή που τρέχει στον υπολογιστή μας δίνει τα απαραίτητα στοιχεία στο μοτέρ της κεφαλής να εντοπίσει πάνω στο πλατώ τη φυσική διεύθυνση που βρίσκονται τα δεδομένα. Στο παρελθόν η απόσταση της κεφαλής από το πλατώ ήταν περίπου 10 microinches αλλά με την πρόοδο που έχει επιτευχθεί η απόσταση αυτή μειώθηκε στις 5 microinches.
H κεφαλή δεν πρέπει σε καμία περιπτωση να έρθει σε επαφήμε την επιφάνεια του πλατώ. Αν έρθει, τετέλεσται! Στο σημείο που θα ακουμπήσει η κεφαλή τα δεδομένα καταστρέφονται με προφανή αποτελέσματα. Βέβαια, όταν ο δίσκος δεν λειτουργεί - και επομένως δεν περιστρέφονται τα πλατώ του - οι κεφαλές ξεκουράζονται πάνω στην επιφάνεια αυτών αλλά σε σημεία που δεν υπάρχουν δεδομένα. Όταν ο σκληρός δίσκος δεχτεί εντολή να σταματήσει τη λειτουργία του, η ροή του αέρα άνάμεσα στην κεφαλή και το πλατώ μειώνεται μέχρι να σταματήσει τελείως με αποτέλεσμα αυτή (η κεφαλή) να ακουμπήσει σιγά σιγά στο πλατώ.
Επομένως για να έχουμε ακούσια βλάβη πρέπει η ροή να σταματήσει από κάποιο εξωτερικό φαινόμενο που συνήθως είναι μία απότομη μετακίνηση του δίσκου ή ένα χτύπημα στον υπολογιστή εν ώρα λειτουργίας του δίσκου. Το μέρος που ξεκουράζονται οι κεφαλές καλείται landing zone. Στο παρελθόν έπρεπε να δώσουμε εντολή στο δίσκο (park) για να προστατεύσουμε τις κεφαλές αλλά σήμερα αυτό γίνεται αυτόματα. Οι παλαιοί (sic) θα θυμούνται τους πάλαι εντυπωσιακούς σκληρούς δίσκους με τη δυνατότητα του autopark…

Αν συμβεί λοιπόν το μοιραίο δεν έχετε παρα να σώσετε τα αρχεία που δεν χτυπήθηκαν και ακολούθως να κάνετε ένα μεγαλοπρεπές format στο δίσκο σας. Μερικές φορές, αν το χτύπημα της κεφαλής είναι ισχυρό μπορεί αυτή να πάθει ανεπανόρθωτη βλάβη. Ούτε στον εχθρό σας! Αν τα βρείτε σκούρα επικοινωνείστε με την εταιρία που αντιπροσωπεύεο το συγκεκριμένο δίσκο, ίσως να γλυτώσετε λίγη, αρκετή ή και πολλή από τη δουλειά σας.
Προσωπικά έχω βρεθεί στη δύσκολη αυτή θέση αλλά ευτυχώς η εταιρία που εναπόθεσα τις ελπίδες μου έκανε θαυμάσια δουλειά. Μερικά utilities που κυκλοφορούν στο Δίκτυο μπορεί καμιά φορά να σας σώσουν. Δεν χάνετε τίποτα αν τα δοκιμάσετε αλλά μην ελπίζετε ότι θα ανακτήσετε τα δεδομένα στο σημείο που ακούμπησε η κεφαλή.

Μία ένδειξη χαρακτηριστική του πόσο συχνά μπορεί ένας δίσκος να έχει προβλήματα είναι το MTBF (Mean Time Between Failure), δηλαδή, πόσος χρόνος μεσολαβεί μεταξύ δύο βλαβών. Η τιμή που δίνουν οι κατασκευαστές είναι βέβαια θεωρητική αλλά δεν παύει να αποτελεί μία σημαντική παράμετρο για την αξιοπιστία ενός δίσκου.
Κανείς από τους χρήστες δεν μπορεί να επιβεβαιώσει αυτό το νούμερο αφού μέσα σε έξη μήνες, άντε με το ζόρι ένα χρόνο, αλλάζουμε το δίσκο - και όχι μόνο. Αν πάρουμε για παράδειγμα ένα πολύ χαμηλό MTBF, 100.000 ώρες, θα δούμε πως αντιστοιχεί σε 11+ χρόνια! Δεν θα υπάρχουν σκληροί δίσκοι τότε! Το υπογράφουμε! Δεν υπογράφουμε, αντίθετα, το ότι μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα δεν θα συμβεί κάτι κακό. Νομοτέλεια γαρ ή και νόμος του Murphy, για τους προληπτικούς…

Καλού κακού, να παίρνετε όσο πιο συχνά γίνεται, αντίγραφα. Αν όχι των προγραμμάτων και των εφαρμογών, σίγουρα των αρχείων που έχετε δημιουργήσει με κόπο και ξενύχτια. Δεν σας λέμε τίποτα νέο, κοινότυπη η συμβουλή, αλλά όταν την πάθετε, θα μας θυμηθείτε. Σίγουρα να έχετε πάντα έτοιμο το CD με το λειτουργικό σύστημα που χρησιμοποιείτε ώστε αν συμβεί το μοιραίο να έχετε τη δυνατότητα να στήσετε από την αρχή τον υπολογιστή σας.
Επίσης, πρέπει να έχετε και όλους τους drivers όλων των συσκευών, ιδιαίτερα δε της κάρτας γραφικών. Και μην ξεχάσετε τη boot disk. Αν χρησιμοποιείτε Windows 95 χρειάζεστε σίγουρα δισκέτες και CDs με τους drivers. Για τους χρήστες των Windows 98 η κατάσταση είναι πιο εύκολη αφού τουλάχιστον οιπερισσότεροι drivers βρίσκονται στο CD του εν λόγω λειτουργικού συστήματος. Αν λοιπόν ακούσετε παράξενους θορύβους από τον υπολογιστή δώστε προσοχή ώστε να καταλάβετε από πού προέρχονται.
Συνήθως, προέρχονται από το τροφοδοτικό ή το CD-ROM αλλά δεν αποκλείεται ο θόρυβος να εστιάζεται στο σκληρό δίσκο. Σε αυτή την περίπτωση ξεκινήστε αμέσως τη διαδικασία της εναλλακτικής αποθήκευσης, με όποιο μέσο μπορείτε. Ιδιαίτερα σημαντικός θόρυβος είναι το "τακ τακ τακ" που σημαίνει πως η κεφαλή βρίσκει πάνω στο πλατώ. Δυστυχώς, σε αυτή την περίπτωση σπάνια σας δίνεται η ευκαιρία επέμβασης.
Αν είστε τυχεροί, κλείστε τον υπολογιστή και βρείτε ένα καλό μαγαζί που θα σας εγγυηθεί την ανάκτηση μέρους των αρχείων σας.
Πολλές φορές όταν κλείνετε βίαια τον υπολογιστή σας (χωρίς τη θέληση του λειτουργικού συστήματος που σας ζητάει ευγενικά να πιέσετε το κουμπί on/off) θα δείτε να εμφανίζονται μερικοί bad sectors. Αυτό δεν είναι ανησυχητικό αλλά αν επαναλαμβάνεται συχνά πάρτε τα μέτρα σας. Επίσης, αν για κάποιο άλλο λόγο παρατηρήσετε να αυξάνονται επικίνδυνα οι bad sectors αυτό σημαίνει αλλαγή το συντομότερο δυνατό του σκληρού σας δίσκου. Μην τον πετάξετε όμως, κρατήστε τον αφού πρώτα κάνετε ένα low level format μέσω του BIOS του υπολογιστή σας. Αντίθετα, η εμφάνιση κάποιων τυχαίων bad sectors που όμως δεν πολλαπλασιάζονται επικίνδυνα σηματοδοτεί την ανασυγκρότηση του δίσκου σας (disk defragment) με τη βοήθεια του ScanDisk των Windows. Aυτό απομονώνει τα χτυπημένα τμήματα του δίσκου σας ώστε πλέον να μην γίνεται χρήση αυτών.

Η εγκατάσταση ενός σκληρού δίσκου σε έναν υπολογιστή δεν είναι δύσκολη υπόθεση. Το να λειτουργήσει, αφού τον έχουμε εγκαταστήσει, είναι το πιο δύσκολο κομάτι του έργου. Το πιο συνηθισμένο λάθος στην εγκατάσταση ενός δίσκου είναι η ανάποδη τοποθέτηση του καλωδίου που μεταφέρει το σήμα είτε από τη μία είτε και από τις δύο άκρες του.
Για να μην μπλέξετε, τοποθετήστε την πλευρά που βρίσκεται το κόκκινο καλωδιάκι στο Pin 1 του controller ενώ το ίδιο κάντε και στην πλευρά του δίσκου. Αν έχετε κάνει λάθος θα δίτε στην οθόνη το μήνυμα HARD DISK ERROR ή HARD DISK CONTROLLER ERROR.
Ακόμα κι αν έχετε συνδέσει σωστά το δίσκο σας δεν αποκλείεται στην προσπάθειά σας να εγκαταστήσετε μία νέα κάρτα επέκτασης ή κάποιο άλλο drive να κουνήσετε λίγο από τη θέση τους τα καλώδια χωρίς να το αντιληφθείτε. Για αυτό καλό θα είναι να έχετε το νου σας και να μην τρομάξετε αν δείτε τα πιο πάνω μηνύματα. Ακόμα και σωστή να είναι η σύνδεση του δίσκου αυτός δεν πρόκειται να λειτουργήσει αν δεν τον αναγνωρίσει πρώτα το BIOS και συγκεκριμένα το CMOS που βρίσκονται όλες οι ρυθμίσεις του υπολογιστή.
Συνήθως όμως η αναγνώριση του δίσκου γίνεται αυτόματα από τα σύγχρονα BIOSes και έτσι η εγγραφή στη μνήμη CMOS δεν απαιτεί τη δική σας επέμβαση. Διαφορετικά, πρέπει να εισέλθετε στο κύριο μενού του BIOS και να επέμβετε χειροκίνητα ατα χαρακτηριστικά του δίσκου και να δηλώσετε τους κυλίνδρους του, τους sectors και τις κεφαλές του. Για να αναγνωριστεί λοιπόν ο δίσκος πρέπει τα χαρακτηριστικά του να είναι σωστά δηλωμένα. Αυτό ήταν παλιά πονοκέφαλος αλλά με την αυτόματη αναγνώριση που γίνεται σήμερα σπάνια παρατηρούνται προβλήματα. Μερικές φορές μπορεί - αν και υπάρχει η δυνατότητα αυτόματης αναγνώρισης - ο δίσκος να μην φαίνεται. Στο BIOS υπάρχει η επιλογή Auto-detect Hard Disks.
Ανατρέχοντας σε αυτήν είναι πολύ πιθανόν να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά του δίσκου διαφορετικά αυτό πρέπει να γίνει χειροκίνητα. Σε αυτήν την περίπτωση θα βρείτε τα χαρακτηριστικά του δίσκου, επάνω του! Ψάξτε καλά και σίγουρα θα τα βρείτε, αλλιώς, go to Internet and find them! Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο το BIOS να χάνει μερικές φορές το δίσκο και έτσι να απαιτείται η επέμβασή σας. Σίγουρα όμως θα τρομάξετε βλέποντας το χαρακτηριστικό μήνυμα "δεν υπάρχει λειτουργικό σύστημα" ή κάτι αντίστοιχο.
Αν και πάλι δεν γίνεται δουλειά, φροντίστε να αλλάξετε την μπαταρία που χρησιμεύει στο να διατηρούνται τα περιεχόμενα της μνήμης CMOS αναλοίωτα. Για να καταλάβετε αν το πρόβλημα προέρχεται από την μπαταρία εγκαταστήστε έναν άλλο δίσκο - αν έχετε - ώστε να δείτε αν η μνήμη CMOS κρατάει τα περιεχόμενά της. Μην αποκλείετε βέβαια και τη μηχανική βλάβη του δίσκου στην περίπτωση που η μνήμη CMOS λειτουργεί μια χαρά.
Επίσης, ρίχτε μία προσεκτική ματιά στο καλώδιο τροφοδοσίας ή και στο καλώδιο του σήματος. Αν δεν έχετε ξεχάσει στο floppy κάποια δισκέτα και πάρετε το μήνυμα πως δεν υπάρχει στο δίσκο το λειτουργικό σύστημα είναι πολύ πιθανό να έχει πρόβλημα ο boot sector, δηλαδή, εκείνη η περιοχή του δίσκου που βρίσκεται η αρχή του λειτουργικού. Αυτή λοιπόν η διεύθυνση ή έχει χαθεί ή έχει καταστραφεί. Αν ο δίσκος δεν ξεκινάει, βάλτε μία δισκέτα εκκίνησης και μετά ελέγξτε αν υπάρχει ο δίσκος.
Αν βρεθεί ο δίσκος τότε το πρόβλημα εστιάζεται στο χαμένο boot sector.
Αν μπορείτε να εκκινήσετε τον υπολογιστή από το CD-ROM κάντε επανεγκατάσταση του λειτουργικού συστήματος. Στο BIOS του υπολογιστή σας πιθανόν να υπάρχει η δυνατότητα boot από το CD-ROM. Ενεργοποιήστε την και τα υπόλοιπα είναι εύκολα. Αν δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα χρειάζεστε οπωσδήποτε μία δισκέτα εκκίνησης. Προσοχή όμως ώστε αυτή να διαθέτει οπωσδήποτε τον driver του CD-ROM στο config.sys αλλά και στο autoexec.bat το απαραίτητο αρχείο της Microsoft, το Mscdex.exe. Αφού λοιπόν αποκτήσετε πρόσβαση στο CD-ROM τρέξτε στο DOS command line το setup.exe ώστε να ξεκινήσει η εγκατάσταση των Windows 98.

Τέλος, υπάρχει και μία άλλη λύση στο πρόβλημα του boot-sector. Χρησιμοποιώντας την εντολή fdisk/ΜΒR από τη δισκέτα εκκίνησης ή το directory του DOS στο σκληρό δίσκο. H εντολή αυτή επαναπροσδιορίζει τη θέση του boot record αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή γιατί μπορεί το νέο boot record να δημιουργηθεί πάνω σε ήδη υπάρχοντα αρχεία.




Σετ εντολών AAM

To νέο σετ εντολών AAM (Automatic Acoustic Management Feature Set) του ATA-6 σας επιτρέπει να ελέγξετε τις κινήσεις του μεταλλικού βραχίονα, και κατ΄ επέκταση το θόρυβο του σκληρού, μέσω software. H μόνη προϋπόθεση για να μπορέσετε να εκμεταλλευτείτε τις εντολές AAM, είναι αυτές να υποστηρίζονται από το firmware του εκάστοτε μοντέλου.

Το πλεονέκτημα των εντολών AAM είναι ότι σας δίνουν τη δυνατότητα να προσαρμόσετε τη λειτουργία του δίσκου κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες σας. Μπορείτε να επιλέξετε ανάμεσα σε 127 διαφορετικά επίπεδα θορύβου: οι μέγιστες δυνατές επιδόσεις συνοδεύονται από δυνατό θόρυβο, ενώ αν προτιμάτε έναν ήσυχο σκληρό δίσκο, θα πρέπει να ''συμβιβαστείτε'' με χειρότερες επιδόσεις. Μια ακόμα σημαντική παρατήρηση, που αφορά κυρίως τους κατόχους φορητών υπολογιστών: όσο μικρότερο επίπεδο θορύβου έχετε επιλέξει, τόσο λιγότερο ρεύμα καταναλώνει ο σκληρός δίσκος.

Οπως είπαμε και πριν, το firmware είναι εκείνο που καθορίζει την υποστήριξη ή όχι των εντολών AAM από ένα μοντέλο. Μερικοί από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές, όπως είναι οι Seagate, Maxtor και IBM έχουν ενσωματώσει αυτές τις εντολές σε αρκετά από τα νέα μοντέλα τους. Τα περισσότερα από τα μέλη της οικογένειας DiamondMax της Maxtor, για παράδειγμα, υποστηρίζουν τη ρύθμιση των επιπέδων θορύβου μέσω software.

Το σχετικό πρόγραμμα μπορείτε να το κατεβάσετε από το site του κατασκευαστή







Επιλογή του κατάλληλου δίσκου

Μήπως δυσκολεύεστε να επιλέξετε ανάμεσα σε EIDE και FAST ATA; Μήπως θέλετε να συνδέσετε το CD-ROM drive σας στο IDE και ταυτόχρονα με τον υπάρχοντα δίσκο σας θέλετε και έναν γρήγορο Fast ATA; Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, γιατί δεν υπάρχει ανάγκη να αποφασίσετε ανάμεσα στα δύο, αλλά μπορείτε κάλλιστα να επιλέξετε και τα δύο!

Το EIDE είναι ένα σύνολο προδιαγραφών που αναφέρονται στην υψηλή ταχύτητα, την αυξημένη χωρητικότητα, τον αυξημένο αριθμό ταυτόχρονα συνδεδεμένων συσκευών και τη σύνδεση "ξένων", μέχρι πριν από λίγο καιρό, συσκευών όπως τα CD-ROMs και τα tape streamers. Το Fast ATA, από την άλλη, αναφέρεται στους δίσκους με ικανότητα αυξημένης ταχύτητας. Ωστόσο, τόσο οι δίσκοι Fast ATA όσο και οι δίσκοι EIDE απαιτούν από τον controller να μπορεί να χειριστεί τουλάχιστον το PIO Mode 3, προκειμένου να αναπτύξουν τις ταχύτητες που μπορούν. Έτσι, βλέπουμε ότι οι απαιτήσεις είναι κοινές οπότε μπορείτε άφοβα να προμηθευτείτε μία EIDE κάρτα και να συνδέσετε επάνω της ένα Fast ATA δίσκο.

Εκεί που ίσως τα μπλέξετε λίγο είναι με τις motherboards που αναφέρουν ότι "ξέρουν" από EIDE. Ίσως να περιμένετε ότι το BIOS της motherboard θα υποστηρίζει όλα τα χαρακτηριστικά του EIDE. Όμως, οι περισσότεροι κατασκευαστές motherboards έχουν ολοκληρώσει μόνο την υποστήριξη μέσω BIOS για αυξημένη χωρητικότητα δίσκου χωρίς, όμως να πληροφορούν ότι οι συμβατότητα με EIDE είναι μερική. Πάντως, σημαντικό πρόβλημα δεν υπάρχει, αφού κυκλοφορούν στην αγορά αρκετές EIDE-Fast ATA I/O κάρτες, οι οποίες διαθέτουν BIOS με τις επεκτάσεις που απαιτούνται, έτσι ώστε δεν υπάρχει ανάγκη για ενημέρωση του motherboard BIOS.

Για την περίπτωση που έχετε τρομάξει από τις ταχύτητες που αναφέραμε ίσως νομίζετε ότι οι μέρες του SCSI είναι μετρημένες. Μπορεί οι ταχύτητες του EIDE και του Fast ATA να υπερβαίνουν αυτές του Fast SCSI-2, αλλά το πράγμα σταματά εκεί. Σε high-end συστήματα όπως file servers, mini computers, mainframes και workstations, το SCSI θα εξακολουθήσει να παίζει κυρίαρχο ρόλο. Οι μεγάλες απαιτήσεις Ι/Ο αυτών των συστημάτων δεν απαιτούν μόνο μεγάλες ταχύτητες μεταφοράς των δεδομένων, αλλά και την ικανότητα να διαχειρίζονται τον μεγάλο αριθμό ταυτόχρονων κλήσεων που δέχονται είτε από τα multitasking-multiuser λειτουργικά συστήματα που τρέχουν είτε από τις πολλές συσκευές που είναι συνδεδεμένες στην αλυσίδα SCSI. Αυτός ο μεγάλος αριθμός συσκευών που μπορούν να συνδεθούν σε μία κάρτα SCSI πολλές φορές δικαιολογεί και το υψηλό κόστος του, αφού αυτό μοιράζεται σε κάθε συσκευή.

Οι δίσκοι SCSI είναι συνήθως 20-30% ταχύτεροι από αντίστοιχους IDE. Ταυτόχρονα, όμως, και η τιμή τους είναι αυξημένη κατά 40-50%. Στην τιμή του δίσκου SCSI πρέπει να υπολογιστεί και η αγορά του controller, που μερικές φορές ενσωματώνουν μία cache memory της τάξης των 2 ή 4 ΜΒ . Από πλευράς κόστους, μία κάρτα IDE / EIDE controller ξεκινάει από 5.000 δρχ. ενώ ένας SCSI controller από τις 25.000, ξεπερνώντας μερικές φορές και τις 100.000.

Η εγκατάσταση μίας συσκευής SCSI δεν είναι πάντοτε απλή και μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικό εφιάλτη. Προτιμήστε επώνυμα προϊόντα, τα οποία συνήθως συνοδεύονται από λογισμικό που θα σας βοηθήσει αφάνταστα στην εγκατάσταση συσκευών SCSI. Γενικά, σε συσκευές SCSI προτιμήστε εκείνες που υποστηρίζουν τα πρότυπα ASPI (Advanced SCSI Programming Interface) ή το SCAM (SCSI Configuration Auto Magically). Το πρώτο πρότυπο μέσω του λογισμικού ASPI host manager σας βοηθά στην εγκατάσταση συσκευών, ενώ το δεύτερο συνεργάζεται με την προδιαγραφή Plug & Play που αποτελεί το μέλλον των υπολογιστών αυτοματοποιώντας όλη την εγκατάσταση. Νέα ώθηση σε συσκευές τύπου SCSI δίνουν τα Windows 95, τα οποία υποστηρίζουν απευθείας συσκευές του τύπου αυτού.

πρoτυπο ATAPI

το οποίο περιλαμβάνει ορισμένες εντολές που καθιστούν δυνατό το χειρισμό και συσκευών που δεν είναι σκληροί δίσκοι, όπως CD-ROM ή tape drives. Ωστόσο, επειδή αυτές οι συσκευές είναι πολύ πιο αργές από τους σύγχρονους σκληρούς δίσκους, καλό είναι να τοποθετούνται στο secondary (δευτερεύον) κανάλι IDE, αφού αν συνδεθούν σαν slave σε κάποιον δίσκο, "φρενάρουν" σημαντικά το ρυθμό μεταφοράς των δεδομένων.





Ο υπολογιστής δεν αναγνωρίζει τον δίσκο

Η συνηθέστερη αιτία αυτού του προβλήματος οφείλεται στη μνήμη CMOS στην οποία το BIOS αποθηκεύει τις παραμέτρους του υπολογιστή και πρέπει να τροφοδοτείται συνεχώς με ρεύμα για να μην χάσει τα δεδομένα της. Η τροφοδοσία ρεύματος εξασφαλίζεται μέσω μιας μικρής επαναφορτιζόμενης μπαταρίας που βρίσκεται είτε ενσωματωμένη στο motherboard είτε συνδέεται μέσω ενός καλωδίου πάνω σε αυτό.

Αν η μπαταρία δεν προσφέρει αρκετή τάση, η μνήμη CMOS χάνει όλα τα περιεχόμενά της. Έτσι χάνονται οι παράμετροι των σκληρών δίσκων που τις χρειάζεται το σύστημα για να μπορέσει να απευθυνθεί σωστά σε αυτούς. Σ' αυτήν την περίπτωση επανεκκινούμε τον υπολογιστή και μπαίνουμε στο BIOS Setup πατώντας στην αρχή κάποιο κατάλληλο πλήκτρο, π.χ. το [Del] για Ami BIOS ή το [Ctrl]+[Alt]+[Esc] για Award BIOS.

Αν το BIOS αναφέρει ότι ο δίσκος δεν είναι εγκατεστημένος ορίζουμε τον τύπο User Defined (συνήθως είναι η επιλογή 47). Στη συνέχεια εισάγουμε τις παραμέτρους του σκληρού τις οποίες βρίσκουμε είτε στο manual του PC είτε στην αυτοκόλλητη ετικέτα των δίσκων. Τα νεότερα BIOS διαθέτουν τη λειτουργία αυτόματης αναγνώρισης του σκληρού (HDD AUTODETECT) η οποία μας γλυτώνει από αρκετούς μπελάδες. Αν έχουμε SCSI δίσκο, επιλέγουμε not-installed. Βάζουμε τη σωστή ώρα, δηλώνουμε τα floppy drive και επανεκκινούμε το σύστημά μας.

Συχνά η μπαταρία του συστήματος ξαναφορτίζεται μόλις το PC δουλέψει για λίγη ώρα. Έτσι είναι πιθανό να καλυφθούμε για κάποιο μικρό σχετικά χρονικό διάστημα. Αλλά αυτή η κατάσταση είναι παροδική και τα προβλήματα θα εμφανίζονται όλο και πιο συχνά. Γι' αυτό πρέπει να αλλάξουμε οπωσδήποτε την μπαταρία του motherboard.





Δημιουργία των partisions του δίσκου

Αν η λογική δομή του δίσκου έχει καταστραφεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην υπάρχει καμμία ελπίδα διάσωσής του, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο από το να τη δημιουργήσουμε από την αρχή, που σημαίνει ενεργοποίηση της διαδικασίας δημιουργίας partitions (κατατμήσεων) στο σκληρό δίσκο με την εντολή FDISK. Για να δημιουργήσουμε καινούργιο partition θα πρέπει πρώτα να σβήσουμε το παλιό. Αφού τελειώσει το FDISK κάνουμε format τον σκληρό δίσκο με την εντολή Format c:/s. Ο διακόπτης /s φροντίζει για την αυτόματη μεταφορά των αρχείων συστήματος από τη δισκέτα στο σκληρό δίσκο.

Αν συμβεί το χειρότερο και πρέπει να ξαναδημιουργήσουμε τα Partitions στον σκληρό δίσκο, θα πρέπει πρώτα να κάνουμε μερικές σκέψεις για τον σωστό καταμερισμό του δίσκου δηλαδή το χώρισμά του σε πολλές κατατμήσεις. Ο καταμερισμός σε πολλά partitions δεν είναι αναγκαίος και δεν βοηθάει στο να έχουμε μια συνολική εικόνα του δίσκου. Εντούτοις υπάρχουν λόγοι που κάνουν πρακτική τη διαίρεση του δίσκου σε πολλά μέρη (Partition). Έτσι λοιπόν με την προϋπόθεση ότι έχουμε δημιουργήσει ήδη μια πρωταρχική κατάτμηση η οποία καταλαμβάνει ένα μέρος του δίσκου μπορούμε να δημιουργήσουμε ακόμη μία ή περισσότερες εκτεταμένες κατατμήσεις που θα καταλαμβάνουν τον υπόλοιπο χώρο.

Ένα cluster αντιστοιχεί στη μικρότερη δυνατή ποσότητα αποθηκευτικού χώρου που μπορεί να καταλάβει ένα αρχείο στο σκληρό δίσκο. Ακόμα και αρχεία μεγέθους ενός Byte, απαιτούν ένα cluster. Επειδή το DOS χρησιμοποιεί για την απόδοση διευθύνσεων των δίσκων μια λέξη 16 bit, μπορεί να διαχειριστεί μόνο μέχρι 65536 (2^16) clusters. Όσο μεγαλύτερο είναι το partition, τόσο μεγαλύτερο είναι και το μέγεθος που δίνει το DOS στο cluster. Έτσι σε partition των 256 MByte ένα cluster καταλαμβάνει 8 KByte, σε partition των 512 MByte καταλαμβάνει 16 KByte και σε partition του ενός GByte το μέγεθος του cluster θα είναι 32 KByte.

Αν δουλεύουμε με πολλά μικρά αρχεία, όπως γίνεται σε μερικές βάσεις δεδομένων, τότε θα έχουμε αισθητή μείωση του χώρου του σκληρού δίσκου εξαιτίας των μεγάλων cluster. Αν αντιθέτως εργαζόμαστε με πολλά μεγάλα αρχεία, είναι προτιμότερο και γρηγορότερο να έχουμε μεγάλα cluster για να αυξήσουμε τον ρυθμό εργασίας μας.





Cache Memory

Cache Memory είναι η μνήμη όπου αποθηκεύονται οι πληροφορίες που διαβάστηκαν πρόσφατα από τον σκληρό δίσκο ή πρόκειται να γραφούν σ' αυτόν. Αυτό γίνεται γιατί αν το λειτουργικό σύστημα χρειαστεί τις ίδιες πληροφορίες τις παίρνει κατ’ ευθείαν από την μνήμη πολύ γρηγορότερα απ’ όταν τις ψάχνει στο δίσκο. Ανεξάρτητα από την επιλογή δίσκου IDE ή SCSI, η χρήση cache memory, είτε σε μορφή software είτε σε hardware, προσφέρει μεγαλύτερη ταχύτητα ανάκτησης και εγγραφής δεδομένων. Σχεδόν όλοι οι δίσκοι διαθέτουν μία μικρή σε μέγεθος cache memory.

Με τον όρο software caching εννοούμε συνήθως κάποια utilities που προσφέρονται μαζί με τα λειτουργικά συστήματα και αυξάνουν αρκετά την απόδοση του δίσκου. Η γνωστότερη software cache memory είναι το smartdrive που βρίσκεται στο DOS και dτα Windows. Αν δουλεύετε σε προσωπικό υπολογιστή, μία software cache memory θα σας ικανοποιήσει πλήρως με μηδενικό κόστος. Αντιθέτως σε περιβάλλον δικτύου απαιτείται η ύπαρξη hardware cache memory. Σε κάθε περίπτωση, μία cache memory της τάξης των 2 με 4 ΜΒ μπορεί σχεδόν να διπλασιάσει τις επιδόσεις του δίσκου σας.







 












 
 
 
 
 




Όροι χρήσης
----------
* Όλα όσα αναφέρονται σε όλες τις σελίδες του site είναι δοκιμασμένα στο δικό μας σύστημα.
* Καμία ευθύνη δεν έχω αν τα δοκιμάσετε στο δικό σας σύστημα και δημιουργηθούν προβλήματα.
* Το annaevi δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο των δικτυακών τόπων που οδηγούν τα links του site.
* Στα κείμενα που δημοσιεύονται στη σελίδα και είναι γραμμένα από άλλους χρήστες, φίλους, επισκέπτες του site δεν φέρω καμία ευθύνη για το περιεχόμενο και την σύνταξη τους η αν κατά την εφαρμογή αυτών προκληθούν ζημιές στον υπολογιστή σας.
* Οποιοδήποτε λογισμικό που μπορεί να διατεθεί για να αποθηκευτεί (download) δια μέσου των συνδεμένων περιοχών (links) είναι εργασία των αντίστοιχων ιδιοκτητών τους των links αυτών. Η χρήση του λογισμικού διέπεται από τους όρους της συμφωνίας αδειών τελικών χρηστών που ενδεχομένως συνοδεύει ή συμπεριλαμβάνεται με το λογισμικό (άδεια Χρήσης).
* Δεν μπορείτε να αποθηκεύσετε ή να εγκαταστήσετε οποιοδήποτε λογισμικό που συνοδεύεται ή περιλαμβάνει μια οδηγία άδειας χρήσης εκτός αν έχετε διαβάσει και έχετε δεχτεί τους όρους της άδειας χρήσης αυτού.
* Η αναπαραγωγή ή η ανακατανομή του λογισμικού είναι απαγορευμένη εκτός αν αυτό επιτρέπεται από τον κατασκευαστή του και σύμφωνα με την άδεια χρήσης του.
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
© annaevi 2000 - 2007


Νεα απο τον χωρο των υπολογιστων και οχι μονο...